Ακίλ Μίτσελ στο Gazzetta: «Πόνος, τεράστιος πόνος, δεν ήξερα αν θα έβλεπα ξανά»

Ο Ακίλ Μίτσελ θέλει να του λένε ότι δεν μπορεί να κάνει κάτι. Σχεδόν παρακαλάει γι’ αυτό. Στο σχολείο του είπαν ότι δεν είναι ικανός να παίξει μπάσκετ στην ομάδα. Πολλές φορές. Και ο Ακίλ έγινε τελικά επαγγελματίας. Το έβαλε πείσμα και το πέτυχε.

Από παιδί είχε συνηθίσει στην εναλλαγή καταστάσεων. Από τον Παναμά βρέθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η τελευταία στάση της οικογενειακής διαδρομής με τους στρατιωτικούς γονείς του ήταν η Σάρλοτ. Εκεί που έπαιζε για ατελείωτες ώρες με τα αδέρφια. Μπάσκετ. Αδελφικό… ξύλο.

Μόνο που σε αυτό το μέρος που ζούσε μία άλλη φαμίλια. Οι Κάρι. Θα τους γνωρίζετε…

Ο σέντερ της ΑΕΚ βρέθηκε συμμαθητής με τον Σεθ Κάρι και έπαιζε μπάσκετ όλη την ώρα με τον αδελφό του, τον Στεφ! Τότε ο Μίτσελ μεγάλωνε, μπασκετικά, ένα ακόμη τέκνο του Κόμπι Μπράιαντ.

Μία αφίσα του αδικοχαμένου Κόμπι – όταν ακόμη κυριαρχούσε στο ΝΒΑ – στον τοίχο του δωματίου του, του θύμιζε τι πρέπει να κάνει. Ο Ακίλ Μίτσελ μιλάει στο Gazzetta και για το περίφημο και παραλίγο μοιραίο ατύχημα με το μάτι του, ενώ έπαιζε μπάσκετ στην Αυστραλία.

Τις σκέψεις του όταν συνέβη και τα συναισθήματά του όταν κατάλαβε ότι όλα ήταν καλά. Και ο ίδιος έβλεπε πάλι.

Ίσως και εκείνη τη στιγμή ήταν το πείσμα που τον βοήθησε. Αυτό που τον οδηγεί σε κάθε ματς. Σε κάθε στιγμή. Σε κάθε καλάθι.

image

«Με “έκοβαν” σε όλες τις ομάδες του σχολείου»

Πώς ήταν η παιδική σου ηλικία;

«Ήταν καλή… Μετακινηθήκαμε για λίγο, γεννήθηκα στον Παναμά και οι δύο γονείς μου, Αμερικανοί, υπηρετούσαν στην Αεροπορία. Μιλούσα ισπανικά για τα περισσότερα χρόνια της παιδικής μου ηλικίας και τότε μετακομίσαμε στις Ηνωμένες Πολιτείες όταν ήμουν 6 χρόνων. Τα αδέρφια μου γεννήθηκαν μετά από εμένα, ζούσαμε στο Μέριλαντ και μετά βρεθήκαμε στη Σάρλοτ, όπου πέρασα τα περισσότερα χρόνια. Θυμάμαι ότι…

Δεν καταλάβαινα πολλές διαφορές. Ήταν αυτό που ήταν. Η οικογένειά μου είχε ισχυρούς δεσμούς, όλοι ήμασταν κοντά ο ένας στον άλλον, κάθε οικογένειά έχει τα προβλήματά της, αλλά για εμένα ήταν διασκεδαστικό. Περάσαμε καλά. Παίζαμε μπάσκετ στο δρόμο, παλεύαμε με τους γείτονες, με τα αδέρφια μου, με τα ξαδέρφια μου. Κάναμε ό,τι έκαναν τα αγόρια».

Πώς ξεκίνησες να παίζεις μπάσκετ, ήταν εξαιτίας του ύψους σου;

«Ήταν κάτι που κάναμε. Όλοι στην οικογένειά μου παίζουν ή έπαιζαν μπάσκετ. Ο πατέρας μου είναι 1.98, τα ξαδέρφια μου είναι όλα ψηλοί άνθρωποι, οι θείοι μου έπαιζαν μπάσκετ. Είναι κάτι που έβλεπα συνέχεια στο σπίτι, κάτι που κάναμε συνεχώς μεγαλώνοντας.

Είτε θα παίζουμε αμερικάνικο ράγκμπι, είτε μπάσκετ. Παίζαμε και λίγο μπέιζμπολ. Πάντα παίζαμε ένα άθλημα.

Για να είμαι ειλικρινής, δεν μπήκα ποτέ στην ομάδα του σχολείου. «Κόπηκα» στην 6η, στην 7η και στην 8η τάξη και στην επόμενη τραυματίστηκα, οπότε δεν είχα παίξει (στην ομάδα του σχολείου) για μεγάλο διάστημα. Οπότε κάποιοι από τους καλύτερους φίλους μου, οι οποίοι ήταν αρκετά καλοί στο άθλημα, συνήθιζαν να μου κάνουν πλάκα, επειδή δεν ήμουν στην ομάδα.

Ένα καλοκαίρι ψήλωσα απότομα και τότε τα κατάφερα».

Σκέφτηκες να ακολουθήσεις ένα διαφορετικό άθλημα;

«Προσπάθησα στο μπέιζμπολ. Δεν ήμουν τόσο καλός. Ήμουν ο τύπος που έχει το ρόπαλο και προσπαθεί να χτυπήσει την μπάλα. Βαρέθηκα… Έπαιξα και αμερικάνικο ράγκμπι, αλλά όταν ψήλωσα υπήρχε μόνο το μπάσκετ.

Ήμουν τόσο εκνευρισμένος που δεν είχα καταφέρει να μπω στις ομάδες. Όταν κάποιος μου πει ότι δεν μπορώ να κάνω κάτι, τότε γίνεται ο σκοπός μου. Οπότε χρησιμοποιώ όλο το χρόνο μου για να βελτιωθώ στο μπάσκετ».

Ποιο ήταν το μπασκετικό πρότυπό σου μεγαλώνοντας;

«Ο μπαμπάς μου με έχει πάει να δω τον Άλεν Άιβερσον, ήταν ένας από τους πρώτους παίκτες που είδα από κοντά. Μου είχε πει ότι είναι ένας σκληρός παίκτης, ποτέ δεν παίζει με μειωμένη ταχύτητα. Φυσικά όλοι λάτρευαν τον Κόμπι. Ήταν – με σιγουριά – ο αγαπημένος μου παίκτης, είχαμε την ευκαιρία να τον συναντήσουμε από κοντά, όταν ήμουν στο AAU (Amateur Athletic Union).

Ήμασταν στο Λας Βέγκας, το ίδιο και ο Κόμπι, ήταν με την Εθνική ομάδα των ΗΠΑ. Και σταμάτησε για να βγει φωτογραφίες μαζί μας και τότε μας είπε να μη σταματήσουμε τη δουλειά. Για εμένα, το αγαπημένο κομμάτι από τον Κόμπι ήταν η προσήλωσή του. Ήταν τόσο σκληρός άνθρωπος στο πνευματικό κομμάτι, δεν έχω δει ξανά κάποιον άλλον στη ζωή μου.

Στον τοίχο του δωματίου μου είχα αφίσες του Κόμπι, όσα είχε πει, τα λάτρευα. Ήμουν παιδί του Κόμπι».

Μεγαλώνοντας έκανες παρέα με δύο παιδιά που λίγο αργότερα, έγιναν εξαιρετικά διάσημοι, τον Στεφ και τον Σεθ Κάρι. Τι έγινε εκεί;

«Στο Λύκειο που πήγα, το Χριστιανικό Σχολείο της Σάρλοτ, ήμουν με τον Σεθ, ήταν τελειόφοιτος. Ο Στεφ μόλις είχε φύγει για να παίξει στο Ντέιβιντσον, ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος.

Το κολέγιό του ήταν κοντά, οπότε πηγαίναμε εκεί και παίζαμε. Απέκτησα μία στενή σχέση με την οικογένεια.

Δεν μιλάμε τόσο συχνά πλέον, αλλά είχα πιο καλή σχέση με τον Σεθ, λόγω της κοινής παρουσίας στο Λύκειο.

Ποτέ δεν σκέφτηκα ότι και οι δύο θα… εκραγούν και θα παίξουν στο ΝΒΑ. Είναι πάντα διασκεδαστικό να τους βλέπεις να παίζουν. Όταν συναντηθούμε θα μιλήσουμε, είναι πάντα καλό να μαθαίνεις τα νέα του άλλου, αποτέλεσαν μέρος της οικογένειάς μου, μεγαλώσαμε μαζί για ένα διάστημα, ακόμα τους θεωρώ κοντινά μέλη της φαμίλιας».

Ήταν από τότε… killers με το σουτ τους;

«Ναι… Ναι… Αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν ντρίπλα! Ο Στεφ δεν μπορούσε, ήταν μικροκαμωμένος, δεν ήταν γρήγορος, το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να σουτάρει. Στην πραγματικότητα, ο Σεθ ήταν καλύτερος παίκτης, μπορούσε να κάνει ντρίπλα, να δημιουργήσει τα δικά του σουτ, πάντα πίστευα ότι θα γίνει καλύτερος από τον αδερφό του. Και οι δύο εκτοξεύτηκαν μόλις πήγαν στο κολέγιο».

«Ο Στεφ Κάρι σούταρε, αλλά δεν μπορούσε να ντριπλάρει»

image

«Στην Ιταλία, δίπλα στο σπίτι μου, υπήρχε μία φυλακή…»

Στο κολέγιο είχες συμπαίκτες παίκτες όπως ο Μάικ Σκοτ και ο Τζο Χάρις.Πώς ήταν να παίζεις τότε με παίκτες που κατέληξαν στο ΝΒΑ;

«Ο Μάικ Σκοτ και ο Τζο Άλεν είναι δικοί μου. Ήμουν μαζί και με τον Άντονι Γκιλ, ο οποίος είχε περάσει από τη Χίμκι. Ο Σκοτ μου είχε πριν από δύο χρόνια ότι ήθελε να έρθει στην Ευρώπη και το έκανε».

Δεν τα κατάφερες να αγωνιστεί σταθερά στο ΝΒΑ, κάποιοι συμμαθητές σου το έκανα. Πώς αισθάνεσαι γι’ αυτό;

«Χαίρομαι γι’ αυτούς. Τους θεωρώ μέλη της οικογένειάς μου, έχω περάσει τόσο χρόνο μαζί τους. Ακόμη κάνουμε προπονήσεις μαζί το καλοκαίρι. Όπως το βλέπω, το σίδερο “ακονίζει το σίδερο”. Οπότε αυτοί οι τύποι με κάνουν καλύτερο. Κάθε χρόνο, νομίζω, ότι βελτιώνομαι και προχωράω την καριέρα μου. Επειδή συνεχίζω να δουλεύω μαζί τους, συνεχίζω να τους βλέπω να παίζουν, με αφήνει… πεινασμένο.

«Κόπηκα» στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο και πάντα ήμουν το αουτσάιντερ. Για εμένα είναι φυσιολογικό, δεν έχω κανένα αρνητικό συναίσθημα γι’ αυτούς, αλλά αποκτώ μεγάλο κίνητρο. Πιστεύω ότι όλα γίνονται με ένα σκοπό. Για εμένα το μπάσκετ δεν ήταν το τέλος. Ήθελα να δημιουργήσω επιχειρήσεις, να κάνω διάφορες δουλειές. Για εμένα, βρίσκομαι ακριβώς εκεί που πρέπει, είμαι χαρούμενος. Ξέρω το ταλέντο μου, ξέρω πως μπορώ να παίξω, οπότε κάθε μέρα είναι μία ευκαιρία για να γίνομαι καλύτερος και να δουλεύω σκληρότερα, να βελτιώνομαι. Είμαι χαρούμενος».

Πάμε στο κεφάλαιο «Ευρώπη». Διαβάζοντας για εσένα, αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι η ιστορία με την ιταλική φυλακή. Θέλεις να μας πεις τι έχει γίνει ακριβώς;

«Είναι η πρώτη εβδομάδα που έχει ξεσπάσει η covid-19 και κανείς δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Εγώ βρισκόμουν στον Παναμά, παίζαμε για τα «παράθυρα» της FIBA και έπρεπε να επιστρέψω. Και ήμουν τρελαμένος, γεμάτος άγχος. Τηλεφωνούσα στην ομάδα μου, την Τριέστε (σεζόν 2019-2020) και τους έλεγα ότι υπάρχει ένας ιός, θα είναι άσχημα και για να μην τα πολυλογώ, παίξαμε το πρώτο ματς χωρίς θεατές.

Ίσως ήμασταν η πρώτη ομάδα που το έκανε αυτό στον κόσμο. Και ο general manager ήρθε στα αποδυτήρια και μου είπε ”Ακίλ σου ζητάω συγγνώμη, είχες δίκιο, φαίνεται ότι θα είναι άσχημο, ίσως τελειώσει απότομα η σεζόν”. Την επόμενη ημέρα μπήκαμε σε καραντίνα για μία εβδομάδα.

Εκείνη την εποχή είχα ένα σκύλο, τον έβγαλα για βόλτα. Και στο επόμενο τετράγωνο από το σπίτι που έμενα ήταν μία φυλακή. Περνούσα από εκεί κάθε μέρα, σε κάθε βόλτα και άκουγα να κοπανάνε πράγματα, τα παράθυρα. Οι φυλακισμένοι πίστευαν ότι κάποιος είχε νοσήσει και το έκαναν για να ειδοποιήσουν. Κανείς δεν ήξερε αν ήταν covid ή τι ήταν, τι συνέβαινε. Ζητούσαν βοήθεια, σταμάτησα να τραβήξω ένα βίντεο και ένας αστυνομικός ήρθε και μου κατέβασε το τηλέφωνο και μου ζήτησε να πάω στο σπίτι μου. Ένιωθα σαν να ήμουν σε μία ταινία με ζόμπι, σαν να ήρθε το τέλος του κόσμου».

Και πως τελείωσε αυτή η σεζόν;

«Οι περισσότεροι θέλαμε να φύγουμε, λόγω της κατάστασης. Και δεν μπορούσαμε να φύγουμε με αεροπλάνο από την Ιταλία. Οπότε έπρεπε να ταξιδέψουμε οδικώς στη Σλοβενία και να πετάξουμε από εκεί. Είχα μαζί τους συμπαίκτες μου, ήταν μαζί και κάποια μέλη των οικογενειών τους, οπότε ήμασταν περίπου 9-10 άτομα. Ήταν ένα μικρό ταξίδι, μία με μιάμιση ώρα».

Πώς είναι να παίζεις για την Εθνική ομάδα του Παναμά;

«Είναι καλό. Είχαμε τις δυσκολίες μας πρόσφατα, εξαιτίας της covid, κάποιοι από τους καλύτερους παίκτες μας δεν μπορούν να έρθουν, παίζουν στην Ιαπωνία και δεν είναι εύκολο να φύγουν και να γυρίσουν. Οπότε παίζουμε με πιο νέους παίκτες, προσπαθούμε να κάνουμε ένα rebuilding, αλλά το λατρεύω. Γυρίζω στο σπίτι μου, βλέπω τους φίλους μου, μπορώ να έρθω σε επαφή με το κομμάτι του εαυτού μου που έχω εξερευνήσει ελάχιστα, από τότε που ήμουν παιδί. Το διασκεδάζω».

Θυμάσαι τίποτα από τα χρόνια που έζησες στον Παναμά;

«Μόνο πολύ παλιές αναμνήσεις. Την παραλία που πήγαινα με τη μητέρα μου, τις βόλτες στην αγορά και τέτοια πράγματα. Αλλά όχι κάτι άλλο…».

image

Το τρομερό ατύχημα με το μάτι…

Ο Ακίλ Μίτσελ έπαιζε στην αυστραλιανή Λίγκα. Με τη φανέλα των Νιου Ζίλαντ Μπρέικερς. Σε μία διεκδίκηση ο αντίχειρας ενός αντιπάλου τον τραυμάτισε στο μάτι. Για την ακρίβεια, του έβγαλε τον οφθαλμό από την κόγχη! Ο σέντερ της ΑΕΚ θυμάται κάθε λεπτομέρεια εκείνη της στιγμής, με όσα ακολούθησαν να είναι σουρεαλιστικά.

Ποια ήταν η πρώτη σκέψη σου, τι θυμάσαι περισσότερο από εκείνη τη στιγμή;

«Πόνο. Τεράστιο πόνο. Σκεφτόμουν ότι ίσως δεν θα καταφέρω να δω ξανά. Ήμουν ιδιαίτερα ανήσυχος ότι δεν θα δω, ότι θα τελειώσει η καριέρα μου. Και τότε οι συμπαίκτες μου έκαναν εξαιρετική δουλειά, ήρθαν με ηρέμησαν, ακόμη μπορούσα να δω από το μάτι, αλλά πονούσα.

Η όραση είχε αρχίσει να χάνεται, αλλά έβλεπα. Αυτό με ηρέμησε λίγο, γιατί σκέφτηκα ότι αν ήταν τόσο σοβαρή ζημιά, εκείνη τη στιγμή δεν θα έβλεπα τίποτα. Και η οικογένειά μου είχε τρελαθεί, αλλά ήμουν ευλογημένος και τυχερός. Αν ήταν 1-2 εκατοστά πάνω ή κάτω, αριστερά ή δεξιά θα είχα χάσει το μάτι μου.

Και ποια ήταν η πρώτη σκέψη σου, όταν ο γιατρός σου είπε ότι όλα είναι καλά;

«Μπήκα στο ασθενοφόρο, σε εκείνο το σημείο ακόμη δεν μπορώ να κλείσω το μάτι μου και εξακολουθώ να πονάω. Μου έδωσαν αέριο γέλιο για να ηρεμήσω, ήδη έχουν αρχίσει να μου ρίχνουν σταγόνες.

Κάποια στιγμή συνέρχομαι και καταλαβαίνω ότι μπορώ να ανοιγοκλείσω το μάτι μου και λέω “Σκατά, μπορώ να κλείσω το μάτι μου ξανά…”.

Και όλοι με κοίταξαν και είπαν ότι είμαι καλά. Όταν έφτασα στο νοσοκομείο ήμουν κάπως χαμένος, αλλά ο γιατρός δεν με πίστευε. “Γιατί ήρθατε, δεν βλέπω κάτι”, μας είπε ο γιατρός. Όταν του έδειξαν το βίντεο, τότε του ξέφυγε ένα “Θεέ μου…”.

Μου είπε ότι φαινόμουν καλά, αλλά θα έπρεπε να με κρατήσουν το βράδυ για παρακολούθηση. Δεν χρειάστηκε επέμβαση, ούτε φάρμακα, μόνο μία αγωγή για το γρατσούνισμα που είχα στον οφθαλμό μου. Είχα ένα πρήξιμο και κάποια σημάδια, αλλά τίποτα άλλο».

Πώς είναι για έναν αθλητή, μετά από έναν τόσο σοβαρό τραυματισμό να επιστρέφει στο γήπεδο;

«Μου πήρε χρόνο. Σίγουρα. Ήταν μία απόφαση που την έλαβα μετά από συζητήσεις και με τους γιατρούς μου. Μου είπαν να ξεκουραστώ, να πάρω το χρόνο μου. Μετά από μία εβδομάδα είχα πόνο.

Ο ατζέντης μου είχε αρκετό άγχος, βασικά όλοι οι υπόλοιποι γύρω μου, είχαν περισσότερο άγχος από εμένα. Αλλά όσο περισσότερο θα έπρεπε να μείνω εκτός, τόσο περισσότερο θα το σκέφτομαι και αυτό θα με επηρέαζε. Οπότε ήθελα να βγω ξανά στο παρκέ. Έμεινα εκτός τρεις εβδομάδες».

Χρειάστηκε να μιλήσεις με κάποιον ειδικό, προκειμένου να ετοιμαστείς για την επιστροφή;

«Έπρεπε. Ήταν μία δύσκολη σεζόν. Πρώτα ήταν ο τραυματισμός με το μάτι. Και μετά, μόλις γύρισα, πήγα στο Λονγκ Άιλαντ, με τους Νετς. Και στο δεύτερο ματς μου τραυματίστηκα στον αντίχειρά μου. Έπρεπε να κάνω επέμβαση. Μόλις έγινα καλά, έπαθα ζημιά στο πόδι μου, στον προσαγωγό μου, την πρώτη ημέρα που επέστρεψα. Οπότε ήταν 10-11 μήνες που είχα διαδοχικούς τραυματισμούς. Μίλησα με κάποιον για όσα βίωσα και είμαι τόσο χαρούμενος που το έκανα, γιατί δεν ξέρω αν θα ήμουν ο ίδιος παίκτης.

Οι τραυματισμοί είναι ένας “τέρας” και πρέπει να είναι πνευματικά ισχυρός για να τους ξεπεράσεις. Μπορεί να ακούγεται ως ατυχία, αλλά όπως το βλέπω είναι ακόμα μία ευκαιρία να κερδίσω κάτι. Και πάντα ήμουν αυτός ο τύπος, αν μου πεις ότι δεν μπορώ, τότε θα κάνω τα πάντα για να το πετύχω. Ήταν ακόμα μία πρόσκληση».

Πώς διάλεξες να έρθεις στην ΑΕΚ;

«Ήμουν ανάμεσα σε κάποιες ομάδες για να είμαι ειλικρινής. Τα πάντα τα έκανε ο κόουτς, αυτός με έπεισε. Μιλώντας με τον Ηλία το καλοκαίρι, από το πρώτο τηλεφώνημα, κατάλαβα ότι ήξερε τι έκανε. Ήταν ένας καλός προπονητής και ήθελε να βοηθήσει την ΑΕΚ να επιστρέψει σε αυτό που ήταν στο παρελθόν. Μία ομάδα που κερδίζει. Ξέρω παίκτες που έχουν αγωνιστεί παλιότερα εδώ. Γνωρίζω την ιστορία της ομάδας. Ξέρω ότι τα τελευταία χρόνια είναι δύσκολα, με τις πληρωμές, με παίκτες που μπορεί να μην είδαν το εγχείρημα τόσο σοβαρά. Αλλά είμαι σε μία θέση που είμαι έτοιμος να κερδίσω, που πρέπει να κερδίσω για να αποδείξω ότι μπορώ να το κάνω. Είναι αυτό που έχει μείνει στη λίστα με τα “πρέπει”».

Πάντως, η ΑΕΚ μοιάζει να έχει βρει μία εξάδα ξένων που φαίνεται να έχει καλή «χημεία»…

«Είναι φοβερό. Κανείς μας δεν έχει το μεγάλο όνομα, ακόμη και ο Τιμ που έχει παίξει τόσα χρόνια στο ΝΒΑ, μπορεί να περνάει στα… ψιλά, ως όνομα και επειδή είναι χαμηλών τόνων, αλλά όλοι ξέρουμε πως να παίξουμε. Επίσης, ο κόουτς δεν χρειάζεται να περάσει αρκετή ώρα για να μας μάθει που πρέπει να είμαστε, πώς να παίξουμε, μαθαίνουμε αρκετά γρήγορα, ακόμη και για ένα γκρουπ παικτών που ξεκινήσαμε τις προπονήσεις πριν από περίπου πέντε εβδομάδες. Ξέρω ότι αρχίζω να μαθαίνω τι θέλει ο καθένας και που πρέπει να βρίσκομαι. Αυτό μας κάνει μία επικίνδυνη ομάδα, ειδικά στην επίθεση. Αλλά είναι κάποια πράγματα που πρέπει να βελτιώσουμε στην άμυνά μας, αλλά πάντα υπάρχει χώρος για βελτίωση. Όταν έχεις έξυπνους παίκτες που ξέρουν να πασάρουν, πότε να σουτάρουν, πως να αμυνθούν, φτιάχνει μία καταπληκτική χημεία».

Τι να περιμένουμε γι’ αυτή τη σεζόν;

«Μία ομάδα που θα παίζει δυνατά. Ο κόουτς Ηλίας δεν είναι ο τύπος θα μας επιτρέψει να… λουφάρουμε. Πάντα θα παίζουμε δυνατά. Αυτό μπορώ να το υποσχεθώ. Όσο προχωράμε θα δείτε μία ομάδα που παίζει καλά μαζί, όλοι μαζί στην ίδια ταχύτητα. Δεν θα πω ότι έχουμε περισσότερο ταλέντο από άλλους, ούτε μπορώ να πω ότι θα κερδίσουμε όλα τα ματς. Αυτό που μπορώ να πω είναι κάθε βράδυ στο γήπεδο θα τα δίνουμε όλα. Και νομίζω ότι έχουμε μία καλή ομάδα με καλή χημεία».

Υπάρχει κάποιο ματς που περιμένεις;

«Το ματς στην Καρσίγιακα το είχα… κυκλώσει. Ήταν προσωπικό, επειδή είχα παίξει εκεί. Αλλά σίγουρα περιμένω τα ματς με τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό. Σε αυτά τα ματς πρέπει να είσαι εκεί, έτοιμος. Όπως και το ματς με το Περιστέρι. Δεν έχω αγωνιστεί ποτέ απέναντι σε κάποια ελληνική ομάδα της Ευρωλίγκας. Πάντα περιμένεις ένα ματς υψηλού επιπέδου, πρέπει να είσαι έτοιμος. Πάντα. Αλλά πρέπει να υπάρχει και ηρεμία. Ίσως στο παρελθόν δεν το είχα καταλάβει. Σε πολλά ματς μπορεί να κυριαρχήσει ο ενθουσιασμός, ένα λάθος εδώ, ένα λάθος εκεί. Μία κακή άμυνα. Πρέπει να είσαι συγκεντρωμένος στη στιγμή, να έχεις εμπιστοσύνη σε αυτό που κάνεις».

Το μέλλον τι κρύβει;

«Ο στόχος μου είναι παίζω πάντα στο πιο ψηλό επίπεδο. Να μπορώ να βελτιώνομαι. Αν αυτή είναι η EuroLeague, το BCL, το EuroCup δεν το ξέρω. Ό,τι και να έρθει, θα το εξετάσω. Αλλά θέλω να είμαι ένας κυρίαρχος παίκτης, στην άμυνα, στα ριμπάουντ, να δίνω ενέργεια για να βοηθώ την ομάδα μου να νικήσει. Αν αυτό με οδηγήσει στη EuroLeague ή στη Β’ Γαλλίας την επόμενη σεζόν θα το δούμε. Είναι το πνευματικό κομμάτι που μετράει…».

«Στην ΑΕΚ για τον κόουτς Ηλία…»

@Photo credits: INTIME, Χρήστος Ζωίδης